Γιατί κάποιοι άνθρωποι ιδρώνουν τόσο πολύ;
© CR

Γιατί κάποιοι άνθρωποι ιδρώνουν τόσο πολύ;

SL
Από Sabine Loeb

Δημοσιεύτηκε στις Τετ 14 Οκτωβρίου 2026

Κάποιοι σκουπίζουν ξανά και ξανά το μέτωπό τους με το μπλουζάκι, όμως ο ιδρώτας συνεχίζει να τρέχει. Άλλοι, στην ίδια περίπου ένταση, δεν χρειάζεται να σκουπίζονται διαρκώς. Από πού προκύπτει αυτή η διαφορά;

Η εφίδρωση είναι φυσιολογική, κι όμως για πολλούς δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Το να νιώθεις τον ιδρώτα να κυλά στην πλάτη σου δεν είναι ευχάριστη αίσθηση. Για κάποιους, μάλιστα, η σκέψη ότι οι άλλοι το βλέπουν, ανάλογα και με το ρούχο που φορούν, γίνεται πηγή αμηχανίας. Ας το ξεκαθαρίσουμε όμως: αν δεν ιδρώνετε όταν γυμνάζεστε ή όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από τα συνηθισμένα επίπεδα, τότε υπάρχει πρόβλημα. «Κοινωνικά, πράγματι δεν μας αρέσει, σχολιάζει ο αθλητίατρος Mathieu Saubade. Από φυσιολογική άποψη, όμως, το να ιδρώνεις είναι πολύ καλό. Όσοι πάσχουν από ορισμένες ασθένειες ή, γενικότερα, όσοι ιδρώνουν ελάχιστα, δυσκολεύονται πολύ και υπερθερμαίνονται γρήγορα. Είναι ιδιαίτερα περιοριστικό». Πράγματι, όταν ο οργανισμός δεν παράγει αρκετό ιδρώτα, δεν αποβάλλει επαρκώς τη θερμότητά του και έτσι δεν ρυθμίζει σωστά τη θερμοκρασία του. Στους αθλητές, αυτή η διαταραχή της εφίδρωσης μπορεί μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε χαμηλή ανοχή στην προσπάθεια, αλλά και σε αδιαθεσία, λιποθυμικά επεισόδια, θερμοπληξία ή ακόμη και έμφραγμα.

Πώς ρυθμίζει το σώμα τη θερμοκρασία του;

Η εφίδρωση και η εξάτμιση του ιδρώτα αποτελούν τον βασικό μηχανισμό θερμορρύθμισης του σώματος. Επιτρέπουν στον οργανισμό να αποβάλλει μέρος της θερμότητάς του και να διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του. Οι ιδρωτοποιοί αδένες, που βρίσκονται κάτω από το δέρμα και παράγουν τον ιδρώτα, χωρίζονται σε δύο τύπους: τους αποκρινείς και τους εκκρινείς. Οι πρώτοι εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές με πολλές τρίχες, όπως οι μασχάλες και το τριχωτό της κεφαλής. Οι δεύτεροι βρίσκονται σχεδόν σε όλη την επιφάνεια του σώματος, από τις παλάμες και τα πέλματα μέχρι το πρόσωπο και το μέτωπο.

Οι εκκρινείς αδένες βρίσκονται στο βαθύ χόριο, ένα από τα στρώματα του δέρματος. Το εκκριτικό τους τμήμα σχηματίζει έναν λεπτό σωλήνα, κουλουριασμένο γύρω από τον εαυτό του. Στη συνέχεια, ο ιδρώτας ανεβαίνει στην επιφάνεια του δέρματος μέσω ενός εκφορητικού πόρου. «Αυτοί είναι που παράγουν τον ιδρώτα που, ας πούμε, είναι χρήσιμος για τη θερμορρύθμιση», συμπληρώνει ο ειδικός στη Φυσική Ιατρική και Αποκατάσταση. Ο ιδρώτας αποτελείται κατά 99% από νερό, ενώ το υπόλοιπο είναι κυρίως ανόργανα άλατα και άλλες ουσίες.

Δεν ιδρώνουν όλοι το ίδιο

Το βλέπουμε συχνά στα μέσα μεταφοράς ή σε μια προπόνηση. Άνθρωποι βρίσκονται στο ίδιο περιβάλλον ή φαίνεται να καταβάλλουν παρόμοια προσπάθεια, κι όμως άλλοι είναι περισσότερο και άλλοι λιγότερο μουσκεμένοι στον ιδρώτα. Η ποσότητα του ιδρώτα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ορισμένοι είναι ατομικοί, όπως τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά, η κατάσταση της υγείας, το επίπεδο φυσικής κατάστασης, η ηλικία και το φύλο.

Άλλοι συνδέονται με τις εξωτερικές συνθήκες, κυρίως με το είδος της προσπάθειας και το περιβάλλον. «Ο ρυθμός εφίδρωσης, δηλαδή η ποσότητα ιδρώτα που παράγουμε ανά λεπτό ή ανά ώρα, είναι συχνά ένα λίτρο την ώρα», εξηγεί ο ερευνητής αναφερόμενος στη σωματική προσπάθεια. Επιμένει όμως ότι οι αποκλίσεις είναι πολύ μεγάλες: «Κάποιοι έχουν αρκετά χαμηλό ρυθμό εφίδρωσης, γύρω στα 0,5 ή 0,8 λίτρα την ώρα, ανάλογα με το είδος της προσπάθειας, ενώ άλλοι ξεπερνούν εύκολα το 1,5 λίτρο την ώρα, φτάνοντας ακόμη και τα 3 ή 5 λίτρα.»

Η εκτίμηση αυτή παραμένει μεταβλητή, καθώς το περιβάλλον παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξάτμιση του ιδρώτα. «Δεν έχει τόση σημασία η ποσότητα του ιδρώτα που παράγεται, όσο η αποβολή της θερμότητας μέσω των μικρών μορίων νερού που εξατμίζονται», περιγράφει. Αν ο ιδρώτας δεν εξατμίζεται, κυλά άφθονος πάνω στο δέρμα και μπορεί να γίνει ενοχλητικός. «Μπορεί να τσούξει τα μάτια ή να προκαλέσει τριβές σε σημεία όπως οι μασχάλες», προσθέτει. Τότε καταλαβαίνουμε πραγματικά τι σημαίνει να είσαι «μούσκεμα στον ιδρώτα».

Σε περιβάλλον με πολύ υψηλή υγρασία, η εξάτμιση γίνεται πολύ λιγότερο αποτελεσματικά. Το σώμα δυσκολεύεται έτσι να δροσιστεί και η προσπάθεια γίνεται πιο δύσκολη. Σε αυτό το πλαίσιο, ειδικά για τους αθλητές, σημαντικό ρόλο παίζει ο εγκλιματισμός, δηλαδή η ικανότητα του σώματος να προσαρμόζεται σταδιακά στο περιβάλλον. Συνήθως χρειάζονται 7 έως 14 ημέρες για να εγκλιματιστεί κανείς από ένα ήπιο σε ένα ζεστό και υγρό περιβάλλον. «Το σώμα θα παράγει περισσότερο ιδρώτα, οπότε θα αυξηθεί ο ρυθμός εφίδρωσης και θα συγκρατεί περισσότερο αλάτι.» Ο ιδρώτας περιέχει νερό και ηλεκτρολύτες, κυρίως χλωρίδιο και νάτριο, τα δύο βασικά συστατικά του αλατιού. Όσο περισσότερο ιδρώνουμε, τόσο σημαντικότερες μπορεί να είναι οι απώλειες ανόργανων αλάτων.

Η εφίδρωση προκαλεί απώλεια υγρών, την οποία ο οργανισμός πρέπει να αναπληρώνει, ιδιαίτερα κατά την άσκηση ή σε ζεστές συνθήκες. Για να εκτιμήσετε τις απώλειες ιδρώτα σε μια προπόνηση, μπορείτε να ζυγιστείτε πριν και μετά, συνυπολογίζοντας τα υγρά που καταναλώσατε. Έτσι προσαρμόζετε την ενυδάτωση στις δικές σας ανάγκες.

Η ανεπαρκής ενυδάτωση μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο, να μειώσει την ικανότητα συγκέντρωσης και να διαταράξει τον ύπνο. «Προσπαθούμε να αναπληρώνουμε περίπου το 80% των απωλειών. Δεν χρειάζεται να καλύπτουμε το 100%. Αν χάνω ένα λίτρο την ώρα, δεν είναι απαραίτητο να πιω ένα λίτρο. Θα πρέπει όμως να πιω τουλάχιστον 600 έως 800 ml. Αυτός είναι περίπου ο στόχος. Μετά την προσπάθεια, αντίθετα, λέμε ότι πρέπει να πιούμε μιάμιση φορά την ποσότητα του ιδρώτα που χάσαμε», εξηγεί.

Υπεριδρωσία: όταν ο ιδρώτας γίνεται υπερβολικός

Μερικές φορές η εφίδρωση είναι υπερβολική. Δυσκολεύει την καθημερινότητα και προκαλεί ανησυχία. Τότε μιλάμε για υπεριδρωσία, δηλαδή υπερβολική παραγωγή ιδρώτα που ξεπερνά τις ανάγκες του οργανισμού για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του. Στις πρωτοπαθείς μορφές υπεριδρωσίας, η αιτία είναι η υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, το οποίο συμμετέχει στον έλεγχο της εφίδρωσης. Οι άνθρωποι που την εμφανίζουν μπορεί να ιδρώνουν περισσότερο ακόμη και με μια μικρή μεταβολή της θερμοκρασίας, αλλά και ως αντίδραση στα συναισθήματα.

Ιδρώνουν περισσότερο με μια μικρή μεταβολή της θερμοκρασίας, αλλά και των συναισθημάτων. «Κάθε μέρα ιδρώνουν περισσότερο από το φυσιολογικό. Αυτό είναι δύσκολο κοινωνικά, γιατί μπορεί να χρειάζεται να αλλάζουν μπλούζα πολλές φορές μέσα στη νύχτα και να εμφανίζονται οσμές. Τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται πολύ περισσότερο σε υγρό δέρμα. Από φυσιολογική άποψη, όμως, συνήθως δεν είναι κάτι ιδιαίτερα σοβαρό, εκτός αν πρόκειται για άτομο με υπεριδρωσία που κάνει αγώνες μεγάλων αποστάσεων.»

Προσοχή: η εφίδρωση δεν σημαίνει απαραίτητα και άσχημη μυρωδιά. «Η δυσάρεστη οσμή δεν οφείλεται στην παραγωγή του ιδρώτα, αλλά στο ότι ο ιδρώτας παραμένει πάνω στο δέρμα μας, το οποίο διαθέτει μικροβίωμα με πολλά μικρά βακτήρια και ιούς.» Σε ένα υγρό περιβάλλον, τα βακτήρια που υπάρχουν στο δέρμα μπορούν να συμβάλουν στην εμφάνιση διαφορετικών οσμών, ανάλογα με τη χλωρίδα του δέρματος κάθε ανθρώπου.

Στη διάρκεια της προσπάθειας, η εφίδρωση δεν πρέπει να αποτελεί ενόχληση. «Αντίθετα, όσο περισσότερο ιδρώνετε, τόσο το καλύτερο», τονίζει ο Mathieu Saubade. Το σώμα είναι εξαιρετικά καλά σχεδιασμένο για να λειτουργεί μέσα σε όρια, όμως όταν περνάμε στην υπερβολή, τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν. Γι’ αυτό, αν το ζήτημα της εφίδρωσης γίνει επίμονο και επηρεάζει την καθημερινότητά σας, μη διστάσετε να συμβουλευτείτε γιατρό.

Περισσότερα άρθρα