Να είσαι υποστηρικτής σε μαραθώνιο, η πιο άχαρη αποστολή
Νόμιζε πως θα έκανε κάτι απλό. Να σου δώσει χαρά και να ικανοποιήσει την περιέργειά του, αφού εδώ και χρόνια μιλάς για τους αγώνες σου και την απίστευτη ατμόσφαιρα που επικρατεί σε αυτές τις διοργανώσεις. Φυσικά, τον πήρες στα σοβαρά και του είπες να έρθει να σε ενθαρρύνει στη διαδρομή. Ο καημένος βλέπει ακόμη εφιάλτες κάθε βράδυ.
Πρόλογος: Εκεί όπου γεννιέται το δράμα
– Όχι, δεν θα πιω μπίρα, έχω μαραθώνιο την Κυριακή.
– Πάλι; Δεν βαρέθηκες αυτούς τους αγώνες; Θα έρθω κάποια στιγμή να σε δω, έτσι για να σιγουρευτώ ότι όντως τρέχεις!
– Μέσα! Θα σε περιμένω στην εκκίνηση, στη διαδρομή και στον τερματισμό! Θα δεις, θα γίνεται χαμός, θα το απολαύσεις.
– Έγινε!
Και κάπως έτσι έγινε η ζημιά. Ο φίλος σου, που δεν είναι αθλητικός ούτε κατά διάνοια, βρίσκεται μπλεγμένος σε μια περιπέτεια για την οποία δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Και το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα απογοητευτεί!
Κεφάλαιο 1: Το ξύπνημα που πονάει
Ε, ναι, οι επίσημοι αγώνες έχουν ένα σωρό περιορισμούς. Ξέχνα το χουζούρι μέχρι τις 11 το πρωί της Κυριακής. Το ξυπνητήρι χτυπάει άγρια από τις 6, γιατί πρέπει να υπολογίσει τον χρόνο για τη μετακίνηση, το πλήθος, τον προσανατολισμό μέσα στο απέραντο χάος ενός δημοφιλούς μαραθωνίου, αλλά και το ατελείωτο ψάξιμο για τον φίλο-δρομέα που έχει αρχίσει ήδη να μισεί. Όμως μια υπόσχεση είναι υπόσχεση, οπότε πρέπει να ξεκολλήσει από τη ζεστασιά του κρεβατιού, να κατεβάσει έναν τριπλό εσπρέσο που του ανακατεύει το στομάχι και να τρέξει στον αγώνα.
Κεφάλαιο 2: Η εκκίνηση
Οι δύο φίλοι ξανασμίγουν επιτέλους, ύστερα από μια επίπονη και εντελώς τυχαία αναζήτηση ανάμεσα σε χιλιάδες αγχωμένους συμμετέχοντες και συνοδούς που δεν ξέρουν πού πατούν και πού βρίσκονται. Ο μαραθωνοδρόμος είναι σε «πρωταθλητική» λειτουργία, απολαμβάνει στο έπακρο τη μεγάλη μέρα που περίμενε τόσο καιρό και την παρουσία του φίλου-σωτήρα του. Του πασάρει τα ρούχα του μόλις τελειώνει το ζέσταμα, γιατί η φύλαξη είναι πολύ μπελαλίδικη, του φορτώνει μια μαλακή φιάλη με ενεργειακό ποτό και τρία τζελ με γεύση κόλα και του δίνει ραντεβού στον τρίτο σταθμό ανεφοδιασμού, τον πιο κρίσιμο στα μάτια του.
Εκεί ο υποστηρικτής-γκαρνταρόμπα αρχίζει να υποψιάζεται ότι μπλέχτηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αντέχει.
Το χειρότερο είναι ότι ο δρομέας τον παρατάει ξαφνικά, εξηγώντας πως πρέπει να πάει να πάρει θέση στο αντίστοιχο μπλοκ εκκίνησης.
Το μπλοκ; Ποιο μπλοκ…;
Κεφάλαιο 3: Ο σταθμός ανεφοδιασμού
Με ένα τύμπανο λιγότερο μετά την εκκίνηση, ο υποστηρικτής ξεκινά να βρει τον περίφημο τρίτο σταθμό ανεφοδιασμού. Ρωτάει δεξιά κι αριστερά, κάπως πανικόβλητος, γιατί δεν έχει ιδέα τι ώρα θα περάσει ο φίλος του από το συγκεκριμένο σημείο. Με τι ρυθμό τρέχει, άραγε, ένας σχετικά προπονημένος τύπος;
Επιτέλους βρίσκει τον σταθμό, όπου έχει ήδη συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου που δείχνει να περνάει πολύ ωραία. Ο πρωτάρης υποστηρικτής, αντίθετα, έχει γίνει κομμάτια. Έχει περπατήσει δισεκατομμύρια χιλιόμετρα για να φτάσει ως εκεί, έχει περιμένει, του έχουν διαλύσει τα τύμπανα με το πιστόλι της εκκίνησης και τώρα πρέπει να περιμένει ξανά.
Γύρω του, ένα σωρό άνθρωποι έχουν ετοιμάσει πλακάτ, γελούν και περιμένουν με ανυπομονησία τον δικό τους δρομέα. Εκείνος, υποστηρικτής για μία μέρα, μόνο μία και το ορκίζεται, δεν ξέρει ακριβώς τι να κάνει. Έτσι μένει εκεί, ακίνητος. Για μια αιωνιότητα.
Έχει την εντύπωση πως έχουν περάσει ήδη όλοι οι δρομείς του σύμπαντος, τόσο αργά κυλάει ο χρόνος. Ο φίλος του δεν φαίνεται πουθενά. Εκτός αν τον έχασε;
Ο υποστηρικτής ζεσταίνεται, πεινάει και τα πόδια του πονάνε από την ορθοστασία. Μήπως να κατέβαζε το ενεργειακό ποτό και κανένα τζελ;
Δεν προλαβαίνει να το σκεφτεί. Ο φίλος του επιτέλους φτάνει. Αρπάζει τη μαλακή φιάλη από τα χέρια του υποστηρικτή, γκρινιάζει επειδή δυσκολεύεται να βρει τα τζελ του και φεύγει αμέσως. Τέσσερα δευτερόλεπτα. Αφιέρωσε τέσσερα δευτερόλεπτα σε αυτόν τον κρίσιμο σταθμό. Και κυρίως στον υποστηρικτή του, που μένει εκεί σαν χαμένος, έκπληκτος και έξαλλος από την απογοήτευση.
Κεφάλαιο 4: Η φωτογραφία του τερματισμού
Αν οι υπολογισμοί του είναι σωστοί, τι γκαντεμιά να είσαι άσχετος με τα μαθηματικά, είδε τον φίλο του να περνάει στα μισά. Με τόση ώρα αναμονής, θα προλάβαινε άνετα να πάει να βγάλει τη φωτογραφία λίγο πριν από τον τερματισμό, όπως του είχε ζητήσει. Κατευθύνεται λοιπόν προς τη γραμμή, κάπως ανήσυχος, γιατί δεν είναι πια σίγουρος για την ακριβή απόσταση ενός μαραθωνίου ούτε για τον χρόνο που έχει στη διάθεσή του. Άλλωστε, πάνω από αυτόν τον καταραμένο μαραθώνιο πλανάται μια συλλογική αδρεναλίνη που τον έχει παρασύρει εντελώς. Με λίγα λόγια, έχει αγχωθεί.
Περπατάει μερικά ακόμη χιλιόμετρα, τα πόδια του τον πεθαίνουν και δεν έπρεπε να φορέσει τα ολοκαίνουργια μοκασίνια του, και επιτέλους φτάνει στη ζώνη τερματισμού. Κατάμεστη, φυσικά. Ο κόσμος στριμώχνεται στα κάγκελα, σπρώχνει με τους αγκώνες και τρυπώνει στην πρώτη σειρά. Μυρίζει και λίγο ιδρώτας.
Ο υποστηρικτής παλεύει να ανοίξει δρόμο και φτάνει όπως όπως στο μεταλλικό κιγκλίδωμα, που αμέσως του κόβει την κοιλιά.
Περιμένει.
Για άλλη μια αιωνιότητα.
Αρχίζει να βαριέται και να μετράει τους τερματίσαντες όπως μετράμε προβατάκια, όταν ξαφνικά ο φίλος του ξεπροβάλλει στον ορίζοντα. Δεν δείχνει και στα καλύτερά του: μια κλωστή σάλιου σχηματίζει λευκό κόμμα στο πιγούνι του, τα μάτια του είναι γουρλωμένα, η φανέλα του μαύρη από τον ιδρώτα και το πρόσωπό του παραμορφωμένο από τον πόνο. Φυσικά, δεν τον έχει δει.
Κλικ κλακ. Η φωτογραφία μπήκε στο σακούλι!
Ο υποστηρικτής ρίχνει μια ματιά στο τεράστιο χρονόμετρο πάνω από τη γραμμή τερματισμού: 4 ώρες και 32 λεπτά. Δεν έχει ιδέα από χρόνους, αλλά του φαίνεται πως δεν είναι και επίδοση για πανηγυρισμούς.
Κεφάλαιο 5: Η απουσία ευγνωμοσύνης
Ο υποστηρικτής ξεφεύγει από το πλήθος και καταφέρνει να φτάσει στον φίλο του, αυτόν τον αυτοανακηρυγμένο πρωταθλητή που καυχιέται στις παρέες, αλλά δεν το παίζει και τόσο άνετος αφού έλιωσε αργά και βασανιστικά για 42 χιλιόμετρα. Με τρεις λέξεις: είναι διαλυμένος.
– «Λοιπόν, όλα καλά; »
Ο υποστηρικτής δεν γνωρίζει πως υπάρχουν φράσεις-μαχαίρια που πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία. Στέκεται εκεί με τα καθαρά ρούχα και το τζελ κόλα που διασώθηκε από τον τρίτο σταθμό και το κουβαλάει εδώ και ώρες, με ένα προσποιητό χαμόγελο και εύθυμη φωνή, για να κάνει το χατίρι του φίλου του. Η απάντηση είναι ένα δολοφονικό βλέμμα. Κάτι ανόητο πρέπει να είπε, αλλά δεν καταλαβαίνει τι.
Περνάει ένας άγγελος, ή μήπως ένας δαίμονας;, και τότε μια αθώα φωνή, στ’ αλήθεια;, του λέει:
– «Δεν πας να μου φέρεις λίγο νερό και να πάρεις το αυτοκίνητο από το πάρκινγκ; »
Το δίδαγμα της ιστορίας: το ότι εσύ λατρεύεις το τρέξιμο και περνάς υπέροχα σε έναν αγώνα δεν σημαίνει πως οι φίλοι σου θα ενθουσιαστούν εξίσου. Μια καλή συμβουλή αν θέλεις να κρατήσεις τους φίλους σου: άσ’ τους να κοιμηθούν την Κυριακή και τα βγάλε πέρα μόνος σου, εκτός αν μπορείς να δείχνεις ευγνωμοσύνη σε κάθε περίσταση!